σακχαρουρία

η, Ν
ιατρ. η απέκκριση σακχάρου και, κυρίως, γλυκόζης στα ούρα, σε μετρητές ποσότητες, ένα από τα κυριότερα συμπτώματα τού σακχαρώδους διαβήτη, η οποία, όμως, μπορεί να οφείλεται και σε διαταραχή τής επαναπορρόφησης τού σακχάρου στους νεφρούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρο + -ουρία (< ούρο). Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στον Θ. Αφεντούλη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διαβήτης — I (Ιατρ.). Όρος που αναφέρεται σε μια ετερογενή ομάδα παθολογικών καταστάσεων, που έχουν κοινό γνώρισμα την υπερβολική αποβολή ούρων. Ο όρος αναφέρεται συνήθως στον σακχαρώδη δ. που είναι και η πιο συχνή από τις καταστάσεις αυτές. Ο σακχαρώδης δ …   Dictionary of Greek

  • φλοριζινικός — και παλ. γρφ. φλωριζινικός, ή, ό, Ν [φλοριζίνη] 1. (βιοχ. φαρμ. ιατρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φλοριζίνη 2. φρ. «φλοριζινική σακχαρουρία» ιατρ. τεχνητά προκαλούμενος διαβήτης για πειραματικούς σκοπούς, με τη χρήση φλοριζίνης …   Dictionary of Greek

  • φρουκτοζουρία — η, Ν ιατρ. κληρονομική καλοήθης σακχαρουρία, κατά την οποία αποβάλλονται στα ούρα τα 10 έως 20% τής φρουκτόζης τής τροφής που λαμβάνει ο ασθενής. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. γαλλ. fructosurie] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.